Παρασκευή 6 Μαΐου 2022

ΓΡΑΙΓΟΣ - Αριάδνη Πορφυρίου

 

Γραίγος κροτάλισε ξανά σε κλειστά βλέφαρα.

Με τον ήλιο πάλευε,

λες και γινόταν να τον μερώσει.

Ανάσες αγάπης και τρέλας…

Το χώμα χορεύει κάτω από τον ουρανό

φεύγει απ’  τις χούφτες μας

τόσο ανεπαίσθητα,

που ζηλεύουν οι πήλινοι Κινέζοι

και όλα τα προπλάσματα που τα ’λιωσε η βροχή.

Ποίηση δεν είναι οι όμορφες λέξεις

που ζωγραφίζουν πάνω σε καμβά την καρδιά μας…

Είναι τα δάκρια απ’ τις πληγές

η μοναξιά που νιώθω δίπλα σου

το χαμόγελο του πόνου

(του πόνου μας),

όμοιο με παράσταση

όπου η Κορυφαία ξεχνά συχνά τα λίγα λόγια της.

Το έργο μάς έχει ματώσει

και το ξέρεις.

Αυτή η θυμέλη που ακόμη καπνίζει

πόση ασέβεια προς την Αφροδίτη μπορεί να χωρέσει;



 

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2022

ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ - Μαρία Ανδρεαδέλλη

Πρέπει να γίνω χελιδόνι,

ο καιρός άλλαξε

και το κλίμα πια δεν με σηκώνει.

Μόνο έτσι θα μεταφέρω τους καρπούς μου

μακριά με ειρήνη και ασφάλεια.

 

Θα βάψω μαύρα τα ξανθά μαλλιά

ενώ θα βολέψω τις σκέψεις στην αθωότητα.

Η παλιά μας άνοιξη κάτω από τις φτερούγες

θα προφυλάξει τον αυθεντικό μας κόσμο

σε κάποια όαση στην Αφρική

ή σε μια ζούγκλα στον Αμαζόνιο.

 

Λευκές σελίδες και μαύρες μου γραμμές

είναι η ώρα να γίνετε χελιδόνια.

Οι στιγμές των αηδονιών έχουνε πια εκλείψει

και ο χειμώνας που πλησιάζει

-ως τάχα μακρινή εποχή-

μάς καλεί.

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2022

Το σωστό μωρό - Κασσάνδρα Αλογοσκούφι

Κυριακή, 1/8/2021 Από τις δύο το βράδυ την είχαν επισκεφτεί οι πόνοι. Επίμονοι για ένα-δύο λεπτά, ύστερα υποχωρούσαν. Εκείνη δε γνώριζε ότι την είχαν πιάσει οι πόνοι της γέννας. Από διαίσθηση, όμως, σηκώθηκε κι άρχισε να ετοιμάζει τα πράγματά της για τον γιατρό. Έκανε την προσευχή της. Πότιζε τα λουλούδια. Άπλωνε το νυχτερινό πλυντήριο. Έπλενε τα πιάτα. Ξανάβαζε μέσα στο βαλιτσάκι κάποια πράγματα που είχε ξεχάσει βγάζοντας κάποια άλλα που τώρα της φαινόντουσαν περιττά, όπως μια δεύτερη οδοντόβουρτσα ή ένα βιβλίο της Τζέιν Όστιν. Στις 3.30 το πρωί η κατάσταση ήταν αφόρητη. Πλέον οι σπασμοί έρχονταν πιο συχνά. Έπρεπε να ξαπλώσει στον καναπέ για να ηρεμήσει, Τον άντρα της τον ξύπνησε στις 3.50. Πόναγε τρομερά, θα του ψιθύριζε στο αυτί. Εκείνος σηκώθηκε αλαφιασμένος. Ήξερε ότι θα γένναγε δέκα μέρες μετά. Ο γιατρός την είχε εξετάσει πριν οχτώ ώρες. Το παιδί ήταν πολύ ψηλά, δεν ήθελε να βγει τους είχε πει. Τώρα, εκείνη σφάδαζε, πάνω στο μαξιλάρι της κοιλιάς. Ο άντρας κάλεσε τους κοντινούς συγγενείς δίνοντάς τους οδηγίες να αλληλοειδοποιηθούν και να μην τον καλούν στο τηλέφωνο. Κάλεσε τους αδερφούς του. Ο ένας βρισκόταν εκεί κοντά, θα ερχόταν συνοδεία. Ο τρίτος αδερφός ήταν στα καράβια και βρισκόταν στα ανοιχτά μεταξύ Εύβοιας και Θεσσαλονίκης. Την έγκυο την ανέβασαν τα δυο αδέρφια στα πίσω καθίσματα του υπερυψωμένου τζιπ. Με χίλιους κόπους σκαρφάλωσε πάνω στα σκαλιά. Ήταν σαν πρησμένη ελεφαντίνα. Φόραγε ένα πορτοκαλί φόρεμα, που το χρησιμοποιούσε στα καλοκαιρινά μπάνια. Ωστόσο, φέτος δεν πήγε στην παραλία λόγω προχωρημένης εγκυμοσύνης. Η μυκητίαση από την άμμο ήταν κάτι πολύ επικίνδυνο για την κατάστασή της και καλό ήταν να αποφεύγονται τα δροσιστικά μπάνια για παν ενδεχόμενο. Φτάσανε σαν τρελοί στο λιμάνι. Η έγκυος πίσω ούρλιαζε και βόγκαγε. Το παιδί από μέσα έσπρωχνε όσο δυνατά μπορούσε ψηλά πάνω στην κοιλιά για να χαμηλώσει το κεφάλι χαμηλά κάτω στα αχαμνά της μάνας. Έσπρωχνε με τέτοιο πείσμα και θέληση για γέννηση που η κοιλιά κόντευε να εκραγεί. Η μάνα ούρλιαζε σαν σειρήνα. Το φέρι μποτ ξεκίνησε τρελή κούρσα με το που άκουσαν να δίνει παράγγελμα ο έντρομος πατέρας: -«Λύστε τα σκοινιά και βάλτε μπρος, η γυναίκα μου γεννάει. Προλαβαίνετε-δεν προλαβαίνετε να την πάτε μέχρι απέναντι.» Κι όντως το φέρι μποτ έλυσε και πήγε με γκάζια. Μέσα σε έξι με επτά λεπτά είχε κάνει μια διαδρομή είκοσι λεπτών Σαλαμίνα-Πέραμα. Μέσα στο φέρι μποτ η γυναίκα συνέχισε να σφαδάζει. Ξαφνικά άκουσε νερά να πέφτουν από τα πόδια της σαν βρύση. Είχε ζητήσει να κλείσουν τη μουσική και τα κινητά και να μη μιλάν δίπλα της. Ήταν μια καθόλα φρικτή νύχτα αν εξαιρέσεις το χαρμόσυνο γεγονός της επικείμενης γέννας. ~ Είχε γεννήσει στις 7.15. Ο γιατρός το ανακοίνωσε με επισημότητα στην ομάδα του, ακουμπώντας το ήρεμο μωρό στο στήθος της γυναίκας. Η γυναίκα έκπληκτη το κοίταζε στα μάτια. ~ Στις 10.00 που συνήλθε από τη νάρκωση η λεχώνα, αναζήτησε να της φέρουν το παιδί. Τα βρέφη είχαν συγκεντρωθεί όλα σε μια σάλα με θερμοκοιτίδες. Ούρλιαζαν όλα μαζί ταυτόχρονα ξελαρυγγιασμένα και τρελά το ένα ενθαρρύνοντας το άλλο και όλα μαζί γυρεύοντας τη μαμά τους. Ήταν περίπου σαράντα μωρά και τσίριζαν κατακόκκινα κουνώντας τα χέρια τους σινιάλο στις νοσοκόμες, όμως κανένας δεν τα πρόσεχε, ήταν ολομόναχα στην αίθουσα νεογνών. ~ Όταν ο γιατρός ήρθε να πάρει το αγοράκι, το μπέρδεψε με το παιδί του κωδικού 254811. Αντί να διαβάσει το έντεκα, διάβασε 25484. Αφού πήρε το λάθος μωρό, πήγε και το οδήγησε στη λάθος μάνα. Όταν της ήρθε το αλλαγμένο μωρό, το αισθάνθηκε κατευθείαν. Έκανε όμως μία παράξενη σκέψη. Αν της είχε πεθάνει το μωρό δε θα ήθελε να επιστρέψει με άδεια αγκαλιά. Έτσι, παρέμεινε σιωπηλή και ελαφρώς θλιμμένη. Φυσικά, δεν το κατάλαβε από όσα έβλεπε, αλλά από όσα ένοιωθε. Το ένοιωθε ξένο και διαφορετικό. Δεν άφησε όμως να φανεί κάτι στον γιατρό και στη μαία που τη φρόντιζε για να μη στεναχωρηθεί. Ο γιατρός εκείνη τη στιγμή την ενημέρωνε ότι ίσως το επόμενο διάστημα να βιώσει θλίψη ή και κατάθλιψη ακόμα. Θα ήταν φυσιολογικό της εξηγούσε. Η μάνα έκανε σαν να μην την αφορά το θέμα και πρόταξε το στήθος να ταΐσει το παιδί. Όταν ήρθε μετά από ώρα η Κυρία Προϊσταμένη, την ρώτησε πλησιάζοντας έντονα το πρόσωπό της αν όλα ήταν καλά. Φυσικά και δεν ήταν όλα καλά ούτε καν καλά. Τι να έλεγε με ξένο παιδί στο στήθος. Αρνήθηκε ξανά να παραδεχτεί κάτι. Η ταυτότητα από το πόδι του παιδιού είχε εξαφανιστεί. Δεν ήξερε η λεχώνα αν έπεσε από μόνη της ή αν την έκοψε εκείνη από φόβο να μην της πάρουν το παιδί. Ρώτησε μάλιστα με τρόπο τις άλλες λεχώνες για το νούμερο που είχαν οι ταυτότητες των παιδιών τους. Όλες την κοιτούσαν με απορία. Α, τους εξηγούσε, μάλλον η νάρκωση θα έφταιγε για να την κλείσουν από κάτω με ράμματα. Ύστερα, έκανε ότι δεν την ένοιαζε και γύρναγε να θηλάσει το μωρό από το λάθος βυζί. Βολεύτηκε καλύτερα πάνω στον δεξί αγκώνα και αναγνώρισε στο προσωπάκι του μωρού την ανάγκη να αγαπηθεί από μια μάνα. Τις επόμενες ώρες ή μέρες, άκουσε αναστάτωση και κλάματα συγγενών στον διάδρομο. Σκέφτηκε ότι κάποιος είχε χάσει το μωρό του ή κάποιο παιδί θα πέθανε. Θα έλεγε «ευτυχώς, όχι το δικό μου» αλλά και πάλι δε μπορούσε με σιγουριά να το πει κρατώντας ένα ξένο μωρό στην αγκαλιά της. Κι έτσι μετά το εξιτήριο, το ζεύγος επέστρεψε στο νησί του και βάλαν το λάθος μωρό στην σωστή κούνια, στη σωστή γειτονιά και κοινωνία. «Υπήρχαν άλλα εγκλήματα πιο δυνατά» συλλογίστηκε η μάνα χαϊδεύοντας την απαλή πλατούλα του μωρού. Και με αυτόν τον παράδοξο τρόπο και τη συλλογιστική του συμβιβασμού η μάνα πίεσε τον εαυτό της να ξεχάσει εκείνο το αγαπημένο προσωπάκι που κράτησε και φίλησε ματωμένο μετά τη γέννα. Αλλά που και πως; Κάθε μέρα σαν εφιάλτης της ερχόταν στον ύπνο το σωστό μωρό.

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2022

Παντούμ (μπουντρούμ) - Ιωάννης Λύρας

 


Οι άγγελοι θα βρίσκονται μες στου Παράδεισου το μέλι και οι διάβολοι χωμένοι αιωνίως μέσα στη φωτιά. Τους αγγέλους όμως διόλου, μες στη γλύκα τους, θα μέλει, οι διάβολοι, που απ’ τις αμαρτίες τους χάσαν την πρωτιά. Και οι διάβολοι, χωμένοι αιωνίως μέσα στη φωτιά, θα βλέπουν όλους τους αγγέλους σε σχόλη και σε τεμπελιά. Οι διάβολοι, που απ’ τις αμαρτίες τους χάσαν την πρωτιά, «τι πάθαμε», θα λένε –όλοι βαρεμένοι– δίχως μιλιά. Θα βλέπουν όλους τους αγγέλους σε σχόλη και σε τεμπελιά «Αχ, τι αποκοτιά που κάναμε», θα λεν, «και τι βλακείες». «Τι πάθαμε», θα λένε –όλοι βαρεμένοι– δίχως μιλιά, «να μην ήμαστε στον Παράδεισο, απ’ τις δολοπλοκίες…» «Αχ, τι αποκοτιά που κάναμε», θα λεν, «και τι βλακείες, με την απιστία μας στο Θεό, απ’ τη σκατένια φύση μας, να μην ήμαστε στον Παράδεισο. Απ’ τις δολοπλοκίες, εδώ θα καιγόμαστε και έτσι θα είναι οι μέρες μας». «Με την απιστία μας στο Θεό, απ’ τη σκατένια φύση μας, τέτοια ζημιά που πάθαμε και φταίμε εμείς όλοι, οι διαβόλοι, εδώ θα καιγόμαστε και έτσι θα είναι οι μέρες μας, καθώς ποτέ πλέον δεν θα γίνουμε αγγελούδια όλοι...» «Τέτοια ζημιά που πάθαμε –και φταίμε εμείς όλοι, οι διαβόλοι– στην Κόλαση αιώνια θα καιγόμαστε· και εντέλει, καθώς ποτέ πλέον δεν θα γίνουμε αγγελούδια όλοι, οι άγγελοι θα βρίσκονται μες στου Παράδεισου το μέλι».


Από το βιβλίο μου ''Της σάτιρας το κάγκελο''

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2021

Το ρούχο μιας ανοιξιάτικης νύχτας... - Μαρία Ανδρεαδέλλη

 



Κοίταξε το ημερολόγιο. Κόντευε επισήμως να σημάνει η ώρα της άνοιξης. Το ίδιο πρωί είχε δει τη φύση καταπράσινη, τις μαργαρίτες ανθισμένες, τις παπαρούνες να λικνίζονται φλερτάροντας με τον ολοζώντανο άνεμο, έναν άνεμο ήπιο, καλοσυνάτο.

Η νύχτα όμως ήταν γυμνή, γυμνή και άφαντη. Ζούσε κάθε φορά που ήταν η ώρα της να πλησιάσει το κενό της. Κοίταζε από απόσταση το ρούχο της. Το ρούχο μιας ανοιξιάτικης νύχτας που επαναλαμβανόταν πανομοιότυπα επί  χρόνια.

Το ρολόι της φύσης σύντομα θα σήμαινε ισημερία κι εκείνη θα έπρεπε ως τότε να αποφασίσει σε ποια πλευρά του χρόνου μπορούσε να σταθεί…


Από το ομώνυμο διήγημα του βιβλίου Το ρούχο μιας ανοιξιάτικης νύχτας... 

που μόλις κυκλοφόρησε.

ISBN 978-618-84793-3-3



Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2021

Νομίζεις πως πετάς - Χρήστος Παπουτσής

 


Πέφτεις από ψηλά.

Αργείς να φτάσεις στο έδαφος,

νομίζεις πως πετάς!

Είναι που απλώς καθυστερεί η συντριβή σου.



Από το βιβλίο του Λήθη η αυτοκράτειρα του Κόσμου




Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2021

Το Τετράγωνο Δωμάτιο - Ιωάννα Χαντζαρά


Η ζωή μου είχε γίνει ένα τετράγωνο δωμάτιο σκοτεινό και κλειδωμένο , απ' 
την ώρα που σε αντίκρισα. Είχα αφήσει ξεκλείδωτο ένα μικρό παράθυρο μονάχα, 
με μια μικρή χαραμάδα ελπίδας να την πλησιάσει, έστω μία μικρή σπιθαμή από 
το φως σου. Να πλησιάσει, κι έπειτα να δώσει λίγο φως στη σκοτεινή μου 
αδιέξοδο και πού ξέρεις… Ίσως κάπου εκεί μέσα να βρίσκονται κλειδιά και το 
σκοτάδι να τα καθιστά αδιόρατα. Tα κλειδιά εκείνα, που αν τα πιάσω ο κόσμος 
μου θα αλλάξει σχήμα και το βλέμμα μου κατεύθυνση. Τα μάτια μου θα κοιτούν 
πλέον ευθεία, παύοντας να πλανιούνται στο άπειρο όπως τόσο καιρό 
συνηθίζουν, συγχρονισμένα με ένα μυαλό με την πραγματικότητα ασυγχρόνιστο. 
Tα νοητά ταξίδια της σκέψης δε θα υφίσται πια αφού το σώμα πλέον θα μπορεί 
να τα διασχίσει στην πράξη, την ονειρική του διαδρομή.
   Μα , περνούσε ο καιρός και καμία σπιθαμή δεν προσέγγιζε το ελπιδοφόρο μου 
παράθυρο. Μονάχα ο αέρας συχνά το χτυπούσε ανοιγοκλείνοντάς το διαρκώς. 
Έμοιαζε σαν κι εκείνος να ήθελε να συγχύσει το ήδη μπερδεμένο μου 
μυαλό ,για το αν θα έπρεπε να ελπίζει, πως αξίζει να περιμένει έχοντας το 
παράθυρο ανοιχτό ή να το σφραγίσει παίρνοντας απόφαση πως η αναμονή είναι   
μια χρονοτριβή . Ώσπου έφτασε η μέρα που έπαψα να έχω αρκετή δύναμη να 
περιμένω καρτερικά στο σκοτάδι, κάτι καθ' όλες τις ενδείξεις μάταιο . Πήγα 
έτσι και αγόρασα έναν ήλιο τεχνητό να φωτίζει έστω και με αδύναμο φως,  το 
τετράγωνο δωμάτιο. Ίσως έστω και μ' αυτό το χαμηλό φως κατάφερνα να 
εντοπίσω τα κλειδιά. Το παράθυρο όμως παρέμεινε ανοιχτό, αφού η καρδιά μου 
φύλαγε μέσα της μια κρυφή ελπίδα , εκείνη που το μυαλό ολοκληρωτικά 
αρνούνταν. Το δωμάτιο γινόταν όλο και πιο κρύο κι έμοιαζε όλο ένα να 
στενεύει, παραμένοντας τετράγωνο. Ήθελα πια τόσο να φύγω από κει … Αλλά το 
παράθυρο ήταν τόσο ψηλά , θα ήταν αδύνατο. Κάποιος τότε μου θύμισε ότι έχω 
2 φτερά που αν τ' ανοίξω ίσως κατορθώσω να αποδράσω. Τα είχα αφήσει για 
χρόνια μουδιασμένα, ξεχασμένα και το κρύο δωμάτιο τα παγίωνε όλο πιο 
πολύ..  Ήξερα πως αν τα ''άγγιζαν'' οι ακτίνες σου θα τα ζέσταιναν σιγά 
σιγά, μα ήταν κρίμα πια να πιάνομαι από ψεύτικες ελπίδες. Έριξα μια ματιά 
στον ψεύτικο ήλιο. Ήταν αλήθεια πως το ασθενές του φως, ζέσταινε τα φτερά 
μα όχι ξεμουδιάζοντας μα καίγοντάς τα, κάνοντας αδύνατο κάθε πέταγμα. 
Κατάλαβα έτσι, πως ήταν επιζήμιος και τον εκτόπισα μακριά από εκεί.
   Προσπάθησα, πάρα τον πάγο που ένιωθα να κουνήσω τα φτερά με όλη μου τη 
δύναμη. Με πήρε καιρό, πόνεσε αρκετά η προσπάθεια, γέμισαν με αίματα. 
Κόπιασα ακόμη και για το πιο χαμηλό φτερούγισμα, μα στο τέλος τα κατάφερα 
και απέδρασα από το τετράγωνο δωμάτιο. Ήθελε δύναμη και θέληση η 
αποδέσμευση, η ελευθερία. Απαιτούσε, να πασχίζεις να πετάξεις ακόμη και 
αιματοβαμμένα φτερά. Απαιτούσε να καταλάβεις πως… Καλύτερα ένας παροδικός 
έντονος πόνος , που θα οδηγήσει στη γαλήνη, παρά η μόνιμη επιβίωση σε μία 
φυλακή , που προέρχεται από την ίδια σου τη σκέψη.

ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΙΝΑΙ ΣΦΑΙΡΕΣ / THE VERSES ARE BULLETS - Θοδωρής Βοριάς / Thodoris Vorias

  [ζ΄] Πρὶν μ’ ἐκτελέσετε μὲ κοιτάζατε στὰ μάτια. Περιμένατε ἕνα νεῦμα μου ἀνεπαίσθητο. Εἴχατε ἀνάγκη ἀπὸ μιὰν ἔγκριση. Μ’ ἕνα μονάχα νεῦμα ...